CECR : Glossaire d'équivalences français-grec - Image d'illustration

CECR : Glossaire d’équivalences français-grec

Glossaire d’équivalences français-grec / grec-français

Ce glossaire d’équivalences français-grec / grec-français a été réalisé par mes soins en octobre 2008 pour être intégré dans l’excellent Dictionnaire pratique du CECR [1] de Jean-Pierre ROBERT & Evelyne ROSEN qui sortira fin du mois.

Le dictionnaire compte 150 articles (plus de la moitié d’entre eux faisant l’objet d’une double approche, théorique et pratique), une liste de sigles et d’acronymes en rapport avec le CECR et un ensemble de glossaires d’équivalences dont celui-ci.

Deux classement alphabétiques des termes du glossaire sont proposés ci-dessous.

Glossaire d’équivalences français-grec

A
acteur social κοινωνικός παράγοντας, κοινωνικός δράστης
action δράση, πράξη
activité(s) δραστηριότητα, δραστηριότητες
activités de communication langagière γλωσσικές επικοινωνιακές δραστηριότητες
activités d’interaction δραστηριότητες διάδρασης
activités de médiation δραστηριότητες διαμεσολάβησης
activités de médiation écrite δραστηριότητες γραπτής διαμεσολάβησης
activités de médiation orale δραστηριότητες προφορικής διαμεσολάβησης
activités de production écrite δραστηριότητες γραπτής παραγωγής (παραγωγής γραπτού λόγου)
activités de production orale δραστηριότητες προφορικής παραγωγής (παραγωγής προφορικού λόγου)
activités de réception audiovisuelle δραστηριότητες οπτικοακουστικής πρόσληψης
activités de réception orale δραστηριότητες ακουστικής πρόσληψης (κατανόησης προφορικού λόγου)
activités de réception visuelle δραστηριότητες οπτικής πρόσληψης (κατανόησης γραπτού λόγου)
apprenant μαθητής
apprendre μαθαίνω
apprentissage εκμάθηση
approche actionnelle προσέγγιση προσανατολισμένη στη δράση, στην πράξη
approche arborescente δενδροειδής προσέγγιση
approche centrée sur la tâche προσέγγιση στοχευμένη στο καθήκον
approche par compétences προσέγγιση της ανάπτυξης των ικανοτήτων
approche pluriculturelle πολυπολιτισμική προσέγγιση
approche plurilingue πολυγλωσσική προσέγγιση
aptitude(s) δεξιότητα, δεξιότητες
arborescence δενδρογράφημα
authentique αυθεντικό
auto-apprentissage αυτομάθηση
auto-correction αυτοαξιολόγηση
auto-dirigé αυτο-καθοδηγούμενος
auto-évaluation αυτοαξιολόγηση
autonome αυτόνομος, αυτόνομη
B
besoins ανάγκες
biographie langagière (du portfolio) γλωσσικό βιογραφικό σημείωμα (του Ευρωπαϊκού Διαβατηρίου Γλωσσών)
C
Cadre européen commun de référence pour les langues : Apprendre, Enseigner, Evaluer Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο αναφοράς για τη γλώσσα : μαθαίνω, διδάσκω, αξιολογώ
certification πιστοποίηση
citoyenneté ιθαγένεια
communication επικοινωνία
communication non verbale μη-λεκτική επικοινωνία, εξωλεκτική επικοινωνία
compensation ανταμοιβή
compétence(s) ικανότητα, ικανότητες
compétence à communiquer langagièrement ικανότητα γλωσσικής επικοινωνίας
compétence de conception schématique ικανότητα κατανόησης των σχημάτων
compétence discursive ικανότητα λόγου
compétence fonctionnelle λειτουργική ικανότητα
compétence grammaticale γραμματική ικανότητα
compétence lexicale λεξιλογική ικανότητα
compétence orthoépique ορθοφωνική ικανότητα
compétence orthographique ορθογραφική ικανότητα
compétence partielle μερική ικανότητα
compétence phonologique φωνολογική ικανότητα
compétence plurilingue et pluriculturelle πολυγλωσσική ή πολυπολιτισμική ικανότητα
compétence pragmatique πραγματολογική ικανότητα
compétence sémantique σημασιολογική ικανότητα
compétence socioculturelle κοινωνιο-πολιτιστική ικανότητα
compétence sociolinguistique κοινωνιο-γλωσσολογική ικανότητα
compétences communicatives langagières επικοινωνιακές γλωσσικές ικανότητες
compétences générales individuelles γενικές ατομικές ικανότητες
compétences linguistiques γλωσσολογικές ικανότητες
composante συνιστώσα
composante linguistique γλωσσολογική συνιστώσα
composante pragmatique πραγματολογική συνιστώσα
composante socioculturelle κοινωνιο-πολιτιστική συνιστώσα
composante sociolinguistique κοινωνιο-γλωσσολογική συνιστώσα
connaissance(s) γνώση, γνώσεις
Conseil de l’Europe Συμβούλιο της Ευρώπης
Convention culturelle européenne Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Σύμβαση
contexte περικείμενο
contexte mental νοητικό περικείμενο
contexte situationnel περιστασιακό, εξωτερικό περικείμενο
contraintes περιορισμοί
contrôle έλεγχος
correction διόρθωση
croyances πεποιθήσεις
curriculum πρόγραμμα σπουδών
curriculum scolaire σχολικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών
curriculum éducationnel εκπαιδευτικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών
curriculum existentiel εξωσχολικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών
curriculum multidimensionnel πολυδιάστατο πρόγραμμα σπουδών
D
descripteur περιγραφέας
dispositif scolaire σχολικός μηχανισμός
Division des Politiques linguistiques Τμήμα Γλωσσικής Πολιτικής του Συμβουλίου της Ευρώπης
dogmatique δογματικός
domaine τομέας
dossier (du portfolio) φάκελος (του Ευρωπαϊκού Διαβατηρίου Γλωσσών)
E
échelle κλίμακα
échelle analytique αναλυτική κλίμακα
échelle centrée sur le concepteur κλίμακα προσανατολισμένη στο σχεδιαστή
échelle centrée sur l’examinateur κλίμακα προσανατολισμένη στον αξιολογητή
échelle centrée sur l’utilisateur κλίμακα προσανατολισμένη στο χρήστη
échelle globale σφαιρική κλίμακα
enseignant εκπαιδευτικός
enseigner διδάσκω
évaluateur αξιολογητής
évaluation αξιολόγηση
évaluer αξιολογώ
exécution εκτέλεση
G
genres et types de textes είδη κειμένων
guide (de l’examinateur, etc.) οδηγός (του εξεταστή, κλπ.)
H
habiletés δεξιότητες
I
indicateur européen des compétences linguistiques Ευρωπαϊκός Δείκτης Γλωσσικών Γνώσσεων
interactif διαδραστικός
interaction διάδραση
interaction communicative επικοινωνιακή διάδραση
interaction coopérative συνεργατική διάδραση
interaction écrite γραπτή διάδραση
interaction électronique ηλεκτρονική διάδραση
interaction en face en face διάδραση πρόσωπο με πρόσωπο
interaction orale προφορική διάδραση
interculturel διαπολιτισμικό
L
langue cible γλώσσας-στόχος
langue étrangère ξένη γλώσσα
langue maternelle μητρική γλώσσα
langue source γλώσσα-πηγή
M
médiateur διαμεσολαβητής
médiation διαμεσολάβηση
multiculturel (profil) πολυπολιτισμικό (προφίλ)
multilingue (profil) πολύγλωσσο (προφίλ)
multilinguisme πολυγλωσσία
N
natif φυσικός ομιλητής
niveau επίπεδο
niveaux communs de références κοινά επίπεδα αναφοράς
Niveau A utilisateur élémentaire Επίπεδο Α Βασικός χρήστης
Niveau A1 Introductif ou découverte Επίπεδο Α1 Εισαγωγικό ή ανακάλυψης
Niveau A2 Intermédiaire ou de survie Επίπεδο Α2 Μέτριο ή επιβίωσης
Niveau B Utilisateur indépendant Επίπεδο Β Ανεξάρτητος χρήστης
Niveau B1 Niveau seuil Επίπεδο Β1 Επίπεδο Κατώφλι
Niveau B2 Avancé ou indépendant Επίπεδο Β2 Προχωρημένος ή ανεξάρτητος
Niveau C Utilisateur expérimenté Επίπεδο Γ Έμπειρος χρήστης
Niveau C1 Autonome (ou de compétence opérationnelle effective) Επίπεδο Γ1 Αυτόνομο (ή αποτελεσματικής λειτουργικότητας ικανότητας)
Niveau C2 Maîtrise Επίπεδο Γ2 Άριστη Γνώση
niveau critérié επίπεδο βασισμένο σε κριτήρια
niveau général γενικό επίπεδο
normatif κανονιστικός
O
opération cognitive γνωστική λειτουργία
opération de communication langagière λειτουργία γλωσσικής επικοινωνίας
orthoépie ορθοφωνία
P
passeport européen des langues Ευρωπαϊκό Διαβατήριο των Γλωσσών
pédagogie du projet παιδαγωγική των συνθετικών εργασιών
perspective actionnelle προοπτική με στόχο τη δράση
planification σχεδιασμός
pluriculturalisme πολυπολιτισμικότητα
pluriculturel πολυπολιτισμικός
plurilingue πολύγλωσσος
plurilinguisme πολυγλωσσία
politique linguistique γλωσσολογική πολιτική
Portfolio européen des langues Ευρωπαϊκό Διαβατήριο των Γλώσσων
pré-planification προσχεδιασμός
procédure διαδικασία
processus διεργασία
production παραγωγή
production écrite γραπτή παραγωγή
production orale προφορική παραγωγή
profil de l’apprenant μαθησιακό προφίλ του μαθητή
programme d’apprentissage des langues πρόγραμμα εκμάθησης των γλωσσών
R
réception πρόσληψη
réception audiovisuelle οπτικοακουστική πρόσληψη
réception écrite γραπτή πρόσληψη (κατανόησης γραπτού λόγου)
réception orale προφορική πρόσληψη (κατανόησης προφορικού λόγου)
réception visuelle οπτική πρόσληψη
référentiel αντικείμενο αναφοράς
remédiation αποκατάσταση
S
savoir(s) γνώση
savoir-apprendre ικανότητα μάθησης
savoir déclaratif δηλωτική γνώση
savoir-être οντολογική γνώση
savoir-faire πραντική γνώση
savoir procédural διαδικαστική γνώση
savoir socioculturel κοινωνιοπολιτιστική γνώση
savoirs académiques ακαδημαϊκές γνώσεις
savoirs empiriques εμπειρικές γνώσεις
scénario σενάριο
scénarios curriculaires différenciés διαφοροποιημένα σενάρια αναλυτικών προγραμμάτων
schéma interactionnel et transactionnel σχήμα διάδρασης και συναλλαγής
socioculturel κοινωνιο-πολιτιστικος
sous-échelle υπο-κλίμακα
stratégie στρατηγική
stratégies cognitives / de discours γνωστικές στρατηγικές / στρατηγικές λόγου
stratégies d’apprentissage στρατηγικές εκμάθησης
stratégies de collaboration / de coopération στρατηγικές συνεργασίας
stratégies de communication στρατηγικές επικοινωνίας
stratégies de compensation στρατηγικές ανταμοιβής
stratégies d’enseignement στρατηγικές διδασκαλίας
stratégies d’évitement στρατηγικές αποφυγής
stratégies d’interaction διαδραστικές στρατηγικές
stratégies de médiation στρατηγικές διαμεσολάβησης
stratégies de production στρατηγικές παραγωγής
stratégies de réception στρατηγικές πρόσληψης
stratégies de substitution στρατηγικές αποκατάστασης
stratégies métacognitives μεταγνωστικές στρατηγικές
T
tâche καθήκον
tâche authentique αυθεντικό καθήκον
tâche communicative επικοινωνιακό καθήκον
tâche langagière γλωσσικό καθήκον
tâche pédagogique παιδαγωγικό καθήκον
texte κείμενο
thème θέμα
U
usager χρήστης
utilisateur χρήστης

Glossaire d’équivalences grec-français

Α
ακαδημαϊκές γνώσεις savoirs académiques
ανάγκες besoins
αναλυτική κλίμακα échelle analytique
ανταμοιβή compensation
αντικείμενο αναφοράς référentiel
αξιολόγηση évaluation
αξιολογητής évaluateur
αξιολογώ évaluer
αποκατάσταση remédiation
αυθεντικό authentique
αυθεντικό καθήκον tâche authentique
αυτοαξιολόγηση auto-correction
αυτοαξιολόγηση auto-évaluation
αυτο-καθοδηγούμενος auto-dirigé
αυτομάθηση auto-apprentissage
αυτόνομος, αυτόνομη autonome
Γ
γενικές ατομικές ικανότητες compétences générales individuelles
γενικό επίπεδο niveau général
γλώσσα-πηγή langue source
γλώσσας-στόχος langue cible
γλωσσικές επικοινωνιακές δραστηριότητες activités de communication langagière
γλωσσικό βιογραφικό σημείωμα (του Ευρωπαϊκού Διαβατηρίου Γλωσσών) biographie langagière (du portfolio)
γλωσσικό καθήκον tâche langagière
γλωσσολογικές ικανότητες compétences linguistiques
γλωσσολογική πολιτική politique linguistique
γλωσσολογική συνιστώσα composante linguistique
γνώση savoir(s)
γνώση, γνώσεις connaissance(s)
γνωστικές στρατηγικές / στρατηγικές λόγου stratégies cognitives / de discours
γνωστική λειτουργία opération cognitive
γραμματική ικανότητα compétence grammaticale
γραπτή διάδραση interaction écrite
γραπτή παραγωγή production écrite
γραπτή πρόσληψη (κατανόησης γραπτού λόγου) réception écrite
Δ
δενδρογράφημα arborescence
δενδροειδής προσέγγιση approche arborescente
δεξιότητα, δεξιότητες aptitude(s)
δεξιότητες habiletés
δηλωτική γνώση savoir déclaratif
διαδικασία procédure
διαδικαστική γνώση savoir procédural
διάδραση interaction
διάδραση πρόσωπο με πρόσωπο interaction en face en face
διαδραστικές στρατηγικές stratégies d’interaction
διαδραστικός interactif
διαμεσολάβηση médiation
διαμεσολαβητής médiateur
διαπολιτισμικό interculturel
διαφοροποιημένα σενάρια αναλυτικών προγραμμάτων scénarios curriculaires différenciés
διδάσκω enseigner
διεργασία processus
διόρθωση correction
δογματικός dogmatique
δράση, πράξη action
δραστηριότητα, δραστηριότητες activité(s)
δραστηριότητες ακουστικής πρόσληψης (κατανόησης προφορικού λόγου) activités de réception orale
δραστηριότητες γραπτής διαμεσολάβησης activités de médiation écrite
δραστηριότητες γραπτής παραγωγής (παραγωγής γραπτού λόγου) activités de production écrite
δραστηριότητες διάδρασης activités d’interaction
δραστηριότητες διαμεσολάβησης activités de médiation
δραστηριότητες οπτικής πρόσληψης (κατανόησης γραπτού λόγου) activités de réception visuelle
δραστηριότητες οπτικοακουστικής πρόσληψης activités de réception audiovisuelle
δραστηριότητες προφορικής διαμεσολάβησης activités de médiation orale
δραστηριότητες προφορικής παραγωγής (παραγωγής προφορικού λόγου) activités de production orale
Ε
είδη κειμένων genres et types de textes
εκμάθηση apprentissage
εκπαιδευτικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών curriculum éducationnel
εκπαιδευτικός enseignant
εκτέλεση exécution
έλεγχος contrôle
εμπειρικές γνώσεις savoirs empiriques
εξωσχολικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών curriculum existentiel
επικοινωνία communication
επικοινωνιακές γλωσσικές ικανότητες compétences communicatives langagières
επικοινωνιακή διάδραση interaction communicative
επικοινωνιακό καθήκον tâche communicative
επίπεδο niveau
Επίπεδο Α Βασικός χρήστης Niveau A utilisateur élémentaire
Επίπεδο Α1 Εισαγωγικό ή ανακάλυψης Niveau A1 Introductif ou découverte
Επίπεδο Α2 Μέτριο ή επιβίωσης Niveau A2 Intermédiaire ou de survie
Επίπεδο Β Ανεξάρτητος χρήστης Niveau B Utilisateur indépendant
Επίπεδο Β1 Επίπεδο Κατώφλι Niveau B1 Niveau seuil
Επίπεδο Β2 Προχωρημένος ή ανεξάρτητος Niveau B2 Avancé ou indépendant
επίπεδο βασισμένο σε κριτήρια niveau critérié
Επίπεδο Γ Έμπειρος χρήστης Niveau C Utilisateur expérimenté
Επίπεδο Γ1 Αυτόνομο (ή αποτελεσματικής λειτουργικότητας ικανότητας) Niveau C1 Autonome (ou de compétence opérationnelle effective)
Επίπεδο Γ2 Άριστη Γνώση Niveau C2 Maîtrise
Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Σύμβαση Convention culturelle européenne
Ευρωπαϊκό Διαβατήριο των Γλωσσών passeport européen des langues
Ευρωπαϊκό Διαβατήριο των Γλώσσων Portfolio européen des langues
Ευρωπαϊκός Δείκτης Γλωσσικών Γνώσσεων indicateur européen des compétences linguistiques
Η
ηλεκτρονική διάδραση interaction électronique
Θ
θέμα thème
Ι
ιθαγένεια citoyenneté
ικανότητα γλωσσικής επικοινωνίας compétence à communiquer langagièrement
ικανότητα κατανόησης των σχημάτων compétence de conception schématique
ικανότητα λόγου compétence discursive
ικανότητα μάθησης savoir-apprendre
ικανότητα, ικανότητες compétence(s)
Κ
καθήκον tâche
κανονιστικός normatif
κείμενο texte
κλίμακα échelle
κλίμακα προσανατολισμένη στο σχεδιαστή échelle centrée sur le concepteur
κλίμακα προσανατολισμένη στο χρήστη échelle centrée sur l’utilisateur
κλίμακα προσανατολισμένη στον αξιολογητή échelle centrée sur l’examinateur
κοινά επίπεδα αναφοράς niveaux communs de références
Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο αναφοράς για τη γλώσσα : μαθαίνω, διδάσκω, αξιολογώ Cadre européen commun de référence pour les langues : Apprendre, Enseigner, Evaluer
κοινωνικός παράγοντας, κοινωνικός δράστης acteur social
κοινωνιο-γλωσσολογική ικανότητα compétence sociolinguistique
κοινωνιο-γλωσσολογική συνιστώσα composante sociolinguistique
κοινωνιοπολιτιστική γνώση savoir socioculturel
κοινωνιο-πολιτιστική ικανότητα compétence socioculturelle
κοινωνιο-πολιτιστική συνιστώσα composante socioculturelle
κοινωνιο-πολιτιστικος socioculturel
Λ
λειτουργία γλωσσικής επικοινωνίας opération de communication langagière
λειτουργική ικανότητα compétence fonctionnelle
λεξιλογική ικανότητα compétence lexicale
Μ
μαθαίνω apprendre
μαθησιακό προφίλ του μαθητή profil de l’apprenant
μαθητής apprenant
μερική ικανότητα compétence partielle
μεταγνωστικές στρατηγικές stratégies métacognitives
μη-λεκτική επικοινωνία, εξωλεκτική επικοινωνία communication non verbale
μητρική γλώσσα langue maternelle
Ν
νοητικό περικείμενο contexte mental
Ξ
ξένη γλώσσα langue étrangère
Ο
οδηγός (του εξεταστή, κλπ.) guide (de l’examinateur, etc.)
οντολογική γνώση savoir-être
οπτική πρόσληψη réception visuelle
οπτικοακουστική πρόσληψη réception audiovisuelle
ορθογραφική ικανότητα compétence orthographique
ορθοφωνία orthoépie
ορθοφωνική ικανότητα compétence orthoépique
Π
παιδαγωγική των συνθετικών εργασιών pédagogie du projet
παιδαγωγικό καθήκον tâche pédagogique
παραγωγή production
πεποιθήσεις croyances
περιγραφέας descripteur
περικείμενο contexte
περιορισμοί contraintes
περιστασιακό, εξωτερικό περικείμενο contexte situationnel
πιστοποίηση certification
πολυγλωσσία multilinguisme
πολυγλωσσία plurilinguisme
πολυγλωσσική ή πολυπολιτισμική ικανότητα compétence plurilingue et pluriculturelle
πολυγλωσσική προσέγγιση approche plurilingue
πολύγλωσσο (προφίλ) multilingue (profil)
πολύγλωσσος plurilingue
πολυδιάστατο πρόγραμμα σπουδών curriculum multidimensionnel
πολυπολιτισμική προσέγγιση approche pluriculturelle
πολυπολιτισμικό (προφίλ) multiculturel (profil)
πολυπολιτισμικός pluriculturel
πολυπολιτισμικότητα pluriculturalisme
πραγματολογική ικανότητα compétence pragmatique
πραγματολογική συνιστώσα composante pragmatique
πραντική γνώση savoir-faire
πρόγραμμα εκμάθησης των γλωσσών programme d’apprentissage des langues
πρόγραμμα σπουδών curriculum
προοπτική με στόχο τη δράση perspective actionnelle
προσέγγιση προσανατολισμένη στη δράση, στην πράξη approche actionnelle
προσέγγιση στοχευμένη στο καθήκον approche centrée sur la tâche
προσέγγιση της ανάπτυξης των ικανοτήτων approche par compétences
πρόσληψη réception
προσχεδιασμός pré-planification
προφορική διάδραση interaction orale
προφορική παραγωγή production orale
προφορική πρόσληψη (κατανόησης προφορικού λόγου) réception orale
Σ
σενάριο scénario
σημασιολογική ικανότητα compétence sémantique
στρατηγικές ανταμοιβής stratégies de compensation
στρατηγικές αποκατάστασης stratégies de substitution
στρατηγικές αποφυγής stratégies d’évitement
στρατηγικές διαμεσολάβησης stratégies de médiation
στρατηγικές διδασκαλίας stratégies d’enseignement
στρατηγικές εκμάθησης stratégies d’apprentissage
στρατηγικές επικοινωνίας stratégies de communication
στρατηγικές παραγωγής stratégies de production
στρατηγικές πρόσληψης stratégies de réception
στρατηγικές συνεργασίας stratégies de collaboration / de coopération
στρατηγική stratégie
Συμβούλιο της Ευρώπης Conseil de l’Europe
συνεργατική διάδραση interaction coopérative
συνιστώσα composante
σφαιρική κλίμακα échelle globale
σχεδιασμός planification
σχήμα διάδρασης και συναλλαγής schéma interactionnel et transactionnel
σχολικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών curriculum scolaire
σχολικός μηχανισμός dispositif scolaire
Τ
Τμήμα Γλωσσικής Πολιτικής του Συμβουλίου της Ευρώπης Division des Politiques linguistiques
τομέας domaine
Υ
υπο-κλίμακα sous-échelle
Φ
φάκελος (του Ευρωπαϊκού Διαβατηρίου Γλωσσών) dossier (du portfolio)
φυσικός ομιλητής natif
φωνολογική ικανότητα compétence phonologique
Χ
χρήστης usager
χρήστης utilisateur

Voir en ligne

Consulter de larges extraits du dictionnaire : http://jeanpierrerobert.fr/dictionnaires/dictionnaire-pratique-du-cecr/

Notes

[1ROBERT, J.-P. , ROSEN, É., Dictionnaire pratique du CECR, Paris, Ophrys, 2010.

L'auteur de cet article

Dimitra Angelopoulou –  Enseignante de FLE dans un centre de langues ...